δεκανίκι

δεκανίκι
το (AM δεκανίκιον)
νεοελλ.
1. ψηλή πατερίτσα με οριζόντιο στήριγμα στο πάνω μέρος, στο οποίο στηρίζουν τη μασχάλη τους όσοι δεν μπορούν να βαδίσουν κανονικά
2. η ποιμαντορική ράβδος τού επισκόπου
3. το ραβδί τού ζητιάνου
μσν.
το ραβδί, ως σύμβολο τού δεκανού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δεκανός + (κατάλ.) -ικί(ον). Δεκανίκια ονομάζονταν αρχικά τα ραβδιά τών δεκανών απ' όπου, κατ' επέκταση, η λ. δεκανίκι χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει το ραβδί όσων δυσκολεύονται να βαδίσουν κανονικά καθώς και την επισκοπική ράβδο (πρβλ. πατερίτσα) και, τέλος, το ξύλινο υποστήριγμα τών ζητιάνων].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • δεκανίκι — το ψηλό μπαστούνι με στήριγμα στις μασχάλες που το μεταχειρίζονται κυρίως οι ανάπηροι ή οι κουτσοί, η πατερίτσα: Έσπασε το πόδι του κι έτσι θα περπατάει για ένα μήνα με πατερίτσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δοκανίκι — το 1. δεκανίκι 2. στον πληθ. τα δοκανίκια υποστηρίγματα που κρατούν το πλοίο όρθιο στη σχάρα τού ναυπηγίου, δρύοχοι. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. δεκανίκι] …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Κεραμεικού — Βρίσκεται στα αριστερά της εισόδου του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού (Ερμού 148, Αθήνα), χτίστηκε το 1937, με δωρεά του Γερμανού βιομήχανου Gustav Oberlander, και επεκτάθηκε τη δεκαετία του 1960. Στεγάζει τα ευρήματα των ανασκαφών που… …   Dictionary of Greek

  • δεκανός — δεκανός, ο (AM) μσν. 1. κατώτερος υπάλληλος τής βυζαντινής αυλής με δεκανίκι ως σύμβολο τού λειτουργήματός του 2. εκκλησιαστικό διακόνημα αρχ. 1. υπαξιωματικός επικεφαλής δέκα στρατιωτών 2. αξιωματούχος τής αστυνομίας στην Αίγυπτο 3. δεκανοί, οι… …   Dictionary of Greek

  • δικανίκιον — δικανίκιον, το (Μ) το δεκανίκιον. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. δεκανίκι] …   Dictionary of Greek

  • πατερίτσα — Βουνό της Αρκαδίας. Αποτελεί συνέχεια του Μαινάλου και η ψηλότερη κορυφή του είναι 1.869 μ. Πιθανότατα, το βουνό αυτό είναι το αρχαίο Θαυμάσιο. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές ένα σπήλαιο που υπάρχει σε ύψος 1.425 μ. ταυτίζεται με το σπήλαιο της… …   Dictionary of Greek

  • Διήγησις ωραιοτάτη — Τίτλος ποιήματος που ανήκει στην ενότητα της ακριτικής μας ποίησης ή της ποίησης πριν από την Άλωση. Ο πλήρης τίτλος του είναι Διήγησις ωραιοτάτητου θαυμαστού εκείνου του λεγομένου Βελισσαρίου.Σώζεται σε τρεις παραλλαγές: α) της Βιέννης, η οποία… …   Dictionary of Greek

  • βακτηρία — η το μπαστούνι, το δεκανίκι, το ραβδί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ντορβάς — ντορβάς, ο και τορβάς, ο (λ. τουρκ.), μικρός σάκος συνήθ. τρίχινος, σακίδιο, αλλ. ταγάρι, οδοιπορικό σακί: Σένα σου πρέπ αφέντη μου ντορβάς και δεκανίκι (δημ. τραγ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πατερίτσα — η 1. στήριγμα των κουτσών, δεκανίκι. 2. η ποιμαντορική ράβδος των αρχιερέων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”